| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| brand awareness n | (marketing: product recognition) | αναγνωρισιμότητα του ονόματος, αναγνωρισιμότητα της μάρκας περίφρ |
| | | αναγνωρισιμότητα του brand περίφρ |
| | (ζαργκόν) | brand awareness |
| | | επίγνωση του ονόματος, επίγνωση της μάρκας, επίγνωση του brand περίφρ |
| | Companies pay to have their names on athletes' uniforms in order to promote brand awareness. |
| | Teenagers often have better brand awareness than adults. |
| | Οι εταιρείες πληρώνουν για να μπαίνει το όνομά τους σε στολές αθλητών ώστε να προωθούν την αναγνωρισιμότητα του ονόματός τους. |
| | Οι έφηβοι έχουν συχνά καλύτερη επίγνωση των brand σε σχέση με τους ενήλικες. |